Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Κατι Ουρμπαν λετζεντ σε στυλ: " Ο αράπης στο λεωφορείο που τρώει το εισιτήριο της κυρίας που τον έβρισε ..."


(Aναδημοσιευση απο το blog: ΛΕΥΚΟΣ ΘΟΡΥΒΟΣ)

Το απέφευγα γιατί είχα ψυλλιαστεί οτι θα με εκνευρίσει, αλλά τελικά δεν το γλίτωσα. Ένας φίλος μού το έστειλε πεσκέσι, δεν γινόταν να μην το διαβάσω εφόσον έφτασε στα χέρια μου.

Κατά πρώτον, για να εξηγούμαι, η σιγουριά περί εκνευρισμού πήγαζε από τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου: «Οι μηχανόβιοι» (των Ηλία Μπαρμπίκα και Κώστα Ζαχαρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη). Και να’ταν μόνο ο τίτλος... Είχα κάπου διαβάσει την παρουσίαση του βιβλίου κι ανακάλυψα οτι συμπεριλαμβανόταν μέχρι ο Γέρων Παϊσιος στους όσους διηγούνταν εμπειρίες με μοτοσυκλέτες! Δε με πιστεύεις;
Γέρων Παΐσιος: «Στα χέρια μάς κρατούν οι άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε με το μοτοσακό πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε τούμπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόμο χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν και διορθώνονται».
Ε ρε γλέντια –έτσι;

Με τις μοτοσυκλέτες απέκτησα επαφή στις αρχές του ’80 επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά στη Βούτα. Και οι παρέες μου πέρναγαν τα βράδια τους εκεί –πήγαινα πριν πάρω δικιά μου μηχανή, δικάβαλο στο ΧΤ του Μήτσου (εκείνο με το ασημί-μαύρο ντεπόζιτο σε σχήμα δάκρυ), προετοιμασμένος για ποδαρόδρομο στην ανηφόρα σε περίπτωση που χάναμε την κόντρα, αλλά και έτοιμος να οδηγήσω όποια μηχανή κέρδιζε ο Μήτσος. Επειδή τότε στις κόντρες παίζονταν άδειες –λεφτά δεν υπήρχαν για να στοιχηματίσουμε. Είχαμε κερδίσει ένα XL κι ένα DT πριν αποφασίσει ο Μήτσος οτι ήταν μαλακία αυτά τα πονταρίσματα λόγω διαφοράς κυβισμού. Άσε που οι κερδισμένες μοτοσυκλέτες δεν πιάνανε μία στη μεταπώληση έτσι πειραγμένες και πολύσπαστες που ήταν. Αλλά τέλος πάντων εγώ είχα ήδη κονομήσει ένα κανιβαλισμένο πράσινο εξάβολτο παπί και το έπαιζα σοβαρό μέλος της παρέας –τρομάρα μου!

Με τις μοτοσυκλέτες απέκτησα εμμονή όταν βγήκε το XT 600 Tenere, εκείνο με το κίτρινο μπλε ντεπόζιτο –τελεία και παύλα.

Και σαν συνειδητοποιημένος οδηγός μοτοσυκλέτας της δεκαετίας του ’80 διέθετα αλληλεγγύη για τα υπόλοιπα μέλη της μειονότητας στην οποία ανήκα. Τουτέστιν:

-Αναβόσβηνα τα φώτα σε κάθε μηχανή που συναντούσα εκτός Αθήνας και σταματούσα αν έβλεπα μοτοσυκλέτα ή παπί με πρόβλημα.

-Φόρτωνα με τον χαρακτηρισμό «μηχανόβιοι» που μας είχαν κολλήσει κάτι σκατοταινίες του Δαλιανίδη και κάποιοι θερμόμετροι που το παίζανε ειδήμονες στις ενημερωτικές εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης. Όπως, υποθέτω, θα φόρτωνε κι ο σκυλάς με τον χαρακτηρισμό «μπουζουκόβιος» ή ο γκιράπης με το «ντισκόβιος», ή ο ρεμάλης με το «αλητόβιος». Γιατί, ως γνωστόν, όταν χρησιμοποιούμε σαν συνθετικό μιας λέξης κάτι τόσο ολοκληρωτικό όσο το «βίος» αυτό που παράγεται είναι υβριστικός χαρακτηρισμός και δηλώνει οτι ο Χ είναι ηλιθιωδώς κολλημένος και θα παραμείνει τέτοιος δια βίου.

-Πάλευα μαζί με τους φίλους μου αλλά και κάποια περιοδικά του χώρου να αποτινάξουμε από πάνω μας την εξίσωση: μηχανή= κλεφτρόνι, τσαντάκιας, πρεζόνι.

-Ανήκα σε αυτούς που μπορούσαν άνετα να σε σπάσουν στο ξύλο αν έκανες μπροστά τους υπαινιγμό οτι η μοτοσυκλέτα λειτουργούσε σαν προέκταση του πέους τους (άλλωστε το DT μου ήταν μόνο 200 κυβικά –πού να μετρηθώ με τους 1200ρηδες;)

-Διαβάζοντας μανιωδώς ΜΟΤΟ και υιοθετώντας την οπτική του συγκεκριμένου περιοδικού για τη μοτοσυκλέτα, θεωρούσα οτι δεν δικαιούται κανείς να έχει μηχανή αν δεν τη μαστορεύει μόνος του (λάδια, φρένα, βαλβίδες, μπουζί κ.λ.π.)

Σου έγραψα πώς έβλεπα (και εξακολουθώ να βλέπω) τα σχετικά θέματα εγώ, άσε με τώρα να σου περιγράψω το αντικείμενο του εν λόγω βιβλίου:

1. Πρόκειται για ιστορίες σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή κάποιοι λένε τι τους συνέβη σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα. Μόνο που οι ιστορίες είναι τόσο ενδιαφέρουσες όσο η έκφραση«εκεί που πήγαινα να κλάσω -χέστηκα». Αν δεν με πιστεύεις διάβασε εδώ μια προδημοσίευση.

2. Οι αφηγητές χωρίζονται ουσιαστικά σε δυο ομάδες –επαγγελματίες του χώρου της μοτοσυκλέτας και απλοί χρήστες. Για τους επαγγελματίες θα σου πω παρακάτω, αλλά σχετικά με τους απλούς χρήστες (5-10 άτομα που κοτσάρουν από μια ιστορία τους σε κάθε θεματική ενότητα του βιβλίου) θα πρέπει να παραδεχτούν μέχρι και οι «συγγραφείς» του βιβλίου, οτι κυμαίνονται μεταξύ κοινοτυπίας και τερατολογίας. Είπα «συγγραφείς» του βιβλίου και θυμήθηκα: στην τελευταία ενότητα, την επιλεγόμενη και freak out υπάρχει μια ιστορία του Ηλία Μπαρμπίκα με τίτλο «Ο προφήτης Ηλίας» (ή κάπως έτσι) που διαθέτει τόσα κιλά χοντροκομμένου ναρκισσισμού ώστε να επιτυγχάνεται το πλήρες φρικάρισμα του αναγνώστη ειδικά στο τέλος όπου γίνεται η σύνδεση μεταξύ προφήτη Ηλία και Ηλία Μπαρμπίκα (να! το θυμήθηκα και ανατρίχιασα πάλι!)

3. Η ομάδα των εμπλεκομένων επαγγελματικά με τη μοτοσυκλέτα περιλαμβάνει συνεργειάδες, πρώην αγωνιζόμενους και νυν ιδιοκτήτες μαγαζιών πώλησης και 2 ή 3 δημοσιογράφους του χώρου (αν θυμάμαι σωστά). Από τους δημοσιογράφους του χώρου, ο μεν Πανούτσος αναδημοσιεύει ένα ΘΕΪΚΟ κείμενο που είχε γράψει όταν ακόμα ήταν στο ΜΟΤΟ (το συγκεκριμένο κείμενο θα το αντιγράψω και θα το σηκώσω σύντομα εδώ μέσα) κι ένα κείμενο –μπαρούφα επιπέδου «να γεμίσω μιάμιση σελίδα» κι ο Γιάννης ο Ντρενογιάννης γράφει (ή διηγείται) ένα κείμενο που θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Όσα χρόνια κι αν περάσουν, το κόμπλεξ μου για το ΜΟΤΟ θα παραμένει ζωντανό».
Έγραψα πρώτα για τους δημοσιογράφους επειδή αυτοί είναι οι συμπαθητικοί επαγγελματίες. Οι συνεργειάδες και οι μαγαζάτορες ήταν (και μάλλον παραμένουν) απεχθέστατοι για κάθε μοτοσυκλετιστή που σέβεται τη μηχανή του. Προς τι η απέχθεια; Αν ρίξεις μια ματιά στις τιμές και τη διαθεσιμότητα των ανταλλακτικών, στις τιμές πώλησης των μοτοσυκλετών και ρωτήσεις 10 αναβάτες για το τι ζημιές τους έχουν κάνει στα συνεργεία θα καταλάβεις. (Ανέκδοτο: γνωστός πρώην αγωνιζόμενος και νυν μαγαζάτορας παίρνει μέρος σε τηλεοπτική εκπομπή σχετική με τις μηχανές πού δολοφονούν τα αθώα παιδάκια, στις αρχές του ΄90. Σε ερώτηση του μονίμως ημιδακρυσμένου παρουσιαστή: «τι θα συμβουλεύατε τους γονείς αυτών των παιδιών που καβάλανε μηχανές;» η απάντηση του πρώην και νυν ήταν: «να αγοράζουν στα παιδιά τους καλά κράνη και να τους πληρώνουν τις δόσεις που έχουν βάλει»)

4. Το θέμα της κλοπής της μοτοσυκλέτας αναπτύσσεται σε μια ενότητα (και γυροφέρνει σε κάμποσες άλλες). Αν ποτέ είχες μοτοσυκλέτα θα θυμάσαι οτι το ενδεχόμενο να μη τη βρεις εκεί που την πάρκαρες συνέβαλε στο να ασπρίσουν γρηγορότερα (ή να πέσουν –αν διέθεταν φιλότιμο) τα μαλλιά σου. Στο βιβλίο λοιπόν έχουμε την ρομαντική αναπόληση κάποιων κλοπών, την αστεία πλευρά της κλοπής και άλλες τέτοιες μαλακίες. Πράγμα που μας οδηγεί στις εξής υποθέσεις: α) οι συγγραφείς είναι φραγκάτοι και δεν αγχώνονται μην τους κλέψουν τη μηχανή, β) οι συγγραφείς είναι χαζοχαρούμενοι και ψαρώνουν με κάθε χάχα που τους αραδιάζει φούμαρα, γ) οι συγγραφείς δεν έχουν μηχανή.

5. Το θέμα των μπάτσων επίσης αναπτύσσεται σε μια ενότητα (αν και υπάρχει ο Ίβελ Κανίβελ μπάτσος ονόματι Βρόντος –ή μήπως ο βρόντος ονόματι Μπάτσος; -ο οποίος σουλατσάρει σε διάφορες ενότητες του βιβλίου). Διαβάζουμε λοιπόν για Ζητάδες που αφήνουν επικίνδυνες γριές να οδηγούν σαρώνοντας ότι μοτοσυκλέτα βρεθεί μπροστά τους (μα πόσο άνθρωποι είναι αυτοί οι μπάτσοι!), διαβάζουμε για μπάτσους που τους έχουν κλέψει τη μηχανή και τη βρίσκουν μέσω των γνωριμιών που διαθέτουν (καθότι ο σωστός τσοςμπά ανακατεύεται με τον υπόκοσμο για να πολεμά το έγκλημα), διαβάζουμε για μπάτσους όλο ντομπροσύνη που δηλώνουν ευθαρσώς: «εγώ άνθρωπο με χειροπέδες ποτέ δεν χτυπάω –πριν μπορεί να τον τσακίσω στο ξύλο, αλλά όταν του περάσω χειροπέδες τον προστατεύω, είναι στην ευθύνη μου» (έφριξες;)
Επίσης αναπτύσσεται πλήρως ο αστικός μύθος περί Ζητάδων οι οποίοι ήταν και καλά κοντράκηδες που μπήκαν στην αστυνομία για να τα χώνουν νόμιμα. Αν δεν έχεις πάθει ακόμα Αλτσάχαϊμερ και είσαι πάνω από 40 θα θυμάσαι οτι αυτή η φήμη κυκλοφόρησε για κάνα εξάμηνο την εποχή που το Πασόκ έφτιαξε την ομάδα Ζ. Φήμη κλεμμένη από αμερικάνικη ταινία του τύπου «Και οι 12 ήταν καθάρματα» η οποία κράτησε μέχρι τη μέρα που οι Ζητάδες βαρέθηκαν να τρώνε τα μούτρα τους στη Συγγρού κυνηγώντας μηχανές και άρχισαν να βουτάνε τα κλειδιά των μοτοσυκλετών στην κίνηση. Επειδή λοιπόν κοντράκιας που σαβουριάζεται κάθε πού πάει να κυνηγήσει κάποιον γρήγορο δεν υπήρξε ποτέ και μοτοσυκλετιστής τόσο ξεφτιλισμένος ώστε να τραβάει κλειδιά στην κίνηση -σπανίζει, ο μύθος του Ζητά που ήταν «ένας από εμάς αλλά πέρασε απέναντι» ξεθώριασε πριν ολοκληρωθεί ο πρώτος χρόνος κυκλοφορίας των Ζητάδων στους δρόμους. Η επαναφορά του συγκεκριμένου μύθου 30 χρόνια μετά θα ήταν γελοία αν δεν ήταν εκνευριστική.

6. Η αγωνία των «συγγραφέων» να γεμίσουν σελίδες (ή ίσως η ευπιστία τους στην κατάποση αστικών μύθων του είδους «κροκόδειλοι στους υπονόμους») τους οδηγεί στο να αναπαράγουν άκριτα ότι μαλακία κυκλοφορεί στα πέριξ. Όπως ας πούμε εκείνη τη φοβερή σαχλαμάρα με τον «αράπη στο λεωφορείο που τρώει το εισιτήριο της κυρίας που τον έβρισε» -ποιος δεν την έχει ακούσει; Ε, τη βάζουν στο βιβλίο με τους «μηχανόβιους»προσθέτοντας ένα: «μου είχε σκάσει η μπροστινή ρόδα του ΧΤ και πήρα το λεωφορείο για να πάω να τη μπαλώσω»!!! Και όχι (σου λύνω προκαταβολικά την απορία) δεν έχουν βάλει στο βιβλίο το ανέκδοτο με τον Τοτό και τα μυρμήγκια!
«Πώς γίνεται όταν μαζεύονται οι φίλοι; Πίνουν κάνα ποτήρι, μερακλώνουν κι αρχίζουν να λένε παλιές ιστορίες. Τέτοιες συγκεντρώσαμε σ' αυτό το βιβλίο. Ιστορίες για μηχανές με κουρελού αντί για σέλα, που διασχίζουν κάθετα τη Συγγρού, που συγκρούονται με γαϊδάρους και γριές. Ιστορίες με ήρωες που βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους νοικοκυραίους και τους μπάτσους, που κλέβουν όποια μηχανή τούς γυαλίσει, που οδηγάνε δεκατέσσερεις χιλιάδες χιλιόμετρα χώμα στο ταξίδι του μέλιτος...»

Τα παραπάνω ισχυρίζονται στην περιγραφή του βιβλίου οι δυο «συγγραφείς». Δημιουργώντας την εξής απορία: πώς γίνεται να τιμάται 15 ευρώ η σαχλαμάρα που λένε κάποιοι μαζεμένοι, «μερακλωμένοι» και σουρωμένοι φίλοι; Δηλαδή, σε λίγο θα βγάλουμε και βιβλίο με τα σάλια της παρέας που κάνουν την εμφάνισή τους μαζί με τις περαστικές μπάνικες γκόμενες;

Γράφει κι έναν πρόλογο στο βιβλίο ο μέγας Χριστόφορος «Απολύομαι και τρελαίνομαι»Κάσδαγλης -αυτόν τον θυμάμαι να τριγυρνάει μια ΜΖ (ΜεΖέδες τους λέγαμε κάτι τέτοιους τύπους και στηνόμασταν δίπλα τους στα φανάρια για να τους κοροϊδεύουμε έτσι όπως πήγαιναν πέρα-δώθε σα νευρόσπαστα λόγων αχαλίνωτων κραδασμών της μηχανής στο ρελαντί) κι αναπολεί τα χρόνια του με τη μηχανή, αφού τώρα το παράτησε το άθλημα και πήρε αυτοκίνητο.


Δηλαδή έχουμε εδώ να κάνουμε με δυο τύπους πού μετά το κάργα ψαγμένο βιβλίο τους«Τα Λουτρά της Ελλάδας» (ένας περιηγητικός οδηγός αξιώσεων, σύμφωνα με τη Lifo) αποφάσισαν να ασχοληθούν με «Τους Μηχανόβιους της Ελλάδας». Βρήκανε κι έναν Κάσδαγλη εκεί πέρα, πρωτοξάδερφο του Μπούστα (να υποθέσω;) μπατζανάκη του Αρνόκουρου (να σκεφτώ;) και το δέσανε το συκαλάκι.

Καλή επιτυχία θα τους ευχηθώ και θα τους προτείνω το επόμενο πόνημά τους να αφορά τους αναρχικούς των Εξαρχείων, εκ μέρους των οποίων ας επιλέξουν να μιλάει ο Κύρκος, ο Αλαβάνος και ο Καραμπελιάς! Και η Σώτη Τριανταφύλλου -γιατί όχι η Σώτη δηλαδή;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου