Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ANKE ΙΛ ΣΟΛΕ ΡΙΦΙΟΥΤΑ ΝΤΙ ΣΟΡΤΖΕΡΕ ( Απο εμπειριες φοιτητων στη Νοτια Ιταλια της δεκαετιας του 80 )


Για πες παλι πως το λενε το μπαμπακι στη Σαρδηνια?

Βαμβατσι

Το ιδιο όπως το λεμε εμεις στην Κρητη. Ελα ρε αδέλφι. Μεσογειος ρε !!!

Το κερασι?

Τσεραζι

Ελα ρε πατριδα !!!! …

Ετσι αρχιζε παντα η πλακα που κανανε οι δυο τους στον Σικελο για να τον πειραξουν οταν την ειχε ακουει από το πιωμα και εκεινος σαν να ακουγε για πρωτη φορα τη συζητηση, διεκοπτε παντα για να πει «Σικουλο»

-Τι Σικουλο? Ρωταγε και καλα απορημενος ο Αθηναιος

Εσεις λετε Σικελος στην Ελλαδα, εμεις στη Σικελια λεμε Σικουλο. Και εγω αδελφος.

Ελα ρε αδελφι και εσυ ξεφώνισαν τοτε και οι δυο μαζι και τον σηκωσαν γελωντας στα χερια , ενώ αυτος τους εβριζε και εριχνε φαπες τυφλες , να σταματησουν τις μαλακιες.

Ο Σαρδος και ο Αθηναιος ηταν φοιτητες νομικης, Για την Ιταλια από Μπαρι και κατω αυτό ισοδυναμουμε σχεδον με το τιποτα . Ο Σικελος όμως ειχε μια υποσταση. Ηταν νταλικερης, ανθρωπος με υποληψη σ’αυτές τις περιοχες . "Ανκε ιλ σολε ριφιουτα ..." ηταν η εκφραση για το Νοτο . Ακομα και ο ηλιος αρνείται να ανατειλει εδώ γι’αυτό πρεπει να προσεχεις να μη σε παρουν για παλιατσο αμα θελεις να μετρας.

Ο Αθηναιος δεν ηταν πολύ συνηθισμενος σε τετοια ψυχολογια. Ειχε ερθει πριν εναμιση χρονο, στα μεσα του 80 από τη διπλανη χωρα του «πρασινου ανατέλλοντος ηλιου» και ειχε να το λεει ότι στο κεντρο της Αθηνας κοιμοταν με τα παραθυρα ανοιχτα οποτε στην αρχη αγριευτηκε. Ένα μηνα μετα την αφιξη τον πηγαν σε ένα μαγαζι που εμοιαζε με ντισκο . Στη μεση ακριβως χορευε ολομοναχη μια γυναικα. Κουναγε τον κωλο της προκλητικα κι’όμως τριγυρω αντρες κάθε ηλικιας ουτε που γυριζαν να κοιταξουν. Αυτό τον εκανε να καρφωθει περισσοτερο, μεχρι που η γυναικα τον καταλαβε και συνεχισε να χορευει φατσα μ’αυτον . Τοτε καποιος συμφοιτητης που ηταν από την περιοχη τον συμβουλεψε να γυρισει αλλου το βλεμμα του .

-Μα γιατι? δεν τη βλεπεις που ψαχνετε

-Δεν σου κανει εντυπωση ότι κανενας άλλος δεν την κοιταει? Ξερεις ποσο εχει να γαμηθει αυτή? Πανω από τεσσερα χρονια.

- Ε τοτε τι περιμενουμε ρε?

- Ακου. Ο αρραβωνιαστικος της είναι φυλακη για φονο. Του ειπαν :

θα σκοτωσεις τον ταδε, θα το παρεις απανω σου και οσο θα εισαι στη φυλακη κάθε μηνα θα σου βαζουμε σε λογαριασμο στην τραπεζα αυτά τα λεφτα. Μεσα στη φυλακη δεν θα σε πειραξει κανενας, οσο θα εισαι μεσα θα φυλαμε τους δικους σου εμεις κι’όταν θα βγεις θα βρεις ετοιμο κεφαλαιο στην τραπεζα και τα παντα όπως τα’αφησες.

Τωρα καταλαβες γιατι κανεις δεν πλησιαζει τη γυναικα αυτή?

- Ποιοι του ειπαν?

Ο ντοπιος αντι για απαντηση τον χτυπησε πολλες φορες με το δαχτυλο στο κουτελο κανοντας του σημα να σκεφτεί καλυτερα …

Ο άλλος από τη Σαρδηνία μπηκε πιο ευκολα στο νοημα. Χρειαστηκε όταν πρωτοηρθε να κανει μια μερα οτοστοπ για να παει στο Πανεπιστημιο και ειδε με μεγαλη εκπληξη να σταματαει τελικα μια πορτοκαλή Λαμποργκινι. Η εκπληξη ηταν πιο μεγαλη όταν στη θεση του οδηγου βρηκε ένα 15χρονο που καπνιζε .

Καποια στιγμη στο δρομο, ο Σαρδος δεν αντεξε και ρωτησε:

- Σ-Συγνωμη ποσο χρονων εισαι

- 1-15 γιατι?

- 1-15 χρονων και οδηγεις? Και τετοιο αμαξι?

- Ε -Ειναι του πατερα μου

- Κ-Και τι δουλεια κανει ο πατερας σου?

Η απαντηση του 15χρονου ηταν δυνατα γελια και τιποτε αλλο.

Με τον καιρο τετοιου ειδους αποριες λιγοστεψαν μεχρι που γνωριστηκαν πρωτα οι δυο τους στη σχολη. Καποιος από τους δυο γνωρισε μετα τον Σικελο και αρχισαν οι τρεις τους να κανουν παρεα κολλητοι.

Ο Σικελος τους ειπε: Εσεις ειστε φοιτητες , εγω ειμαι επαγγελματιας. Φα’ι’, πουτανες, διασκεδαση, χασισια, εγω εδω, όποτε θα γυρναω από τα δρομολογια. Εσεις να διαβαζετε. Για να σπουδασετε ηρθατε εδώ. Αν μια μερα μου συμβει τιποτα, θα εχω δυο δικηγορους να με ξεμπλεξουν.

Αυτό ηταν κατι που τους εβαζε σε σκεψεις στην αρχη. Τι να θελει τωρα αυτος? Μπας και μας γαμησουν μερα μεσημερι και πουμε και ευχαριστω. Αλλα οσο περναγε ο καιρος και τιποτα περιεργο δεν γινοταν, μονο φα’ι’, πουτανες, πιωματα και χαβαλες, χαλαρωσαν.

Το κωλομπαρο ηταν γεματο, όμως κανεις δεν εδωσε σημασια στους τρεις τους που γελαγαν και εκαναν φασαρια στη γωνια. Ο Σαρδος και ο Αθηναιος αφησαν κατω τον κοντοσωμο Σικελο για να μη τον τσαντισουν άλλο και συνεχισαν να πινουν. Στα ηχεια μπηκε ένα τραγουδι του Τζιανη Μοραντι κατι σαν τον Φιλιππα Νικολαου της Ιταλιας.

-Που μας εφερε παλι ρε φιλε? Ειπε ο Αθηναιος. Τι σκατομουσικη είναι αυτή

-Γιατι? είναι πολύ ωραιο τραγουδι ειπε ο Σικελος

-Καλα τιποτα ροκ δεν εχει ?

-Εδώ μεσα ροκ? Εδώ δεν εχει αναρχικους, εδώ είναι μπαρ

-Ετσι για να κανουμε πλάκα. Αμα τους πεις εσυ θα βαλουν

Ο Σικελος σκεφτηκε λιγο.

- Ενταξει θα ρωτησω. Τι θελεις να ακουσεις?

-Ξερω γω, εχουν Ζέπελιν?

-Πως?

-Ζεπελιν.

Ο Σικελος σταθηκε κατω από το υπερυψωμενο κουβουκλιο του ντισκ τζοκε’ι’ και του φωναξε δυνατα:

-Τσέπελιιιν

( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ )