Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Η γλυκια ταχυπαλμια της Παραλογοτεχνιας του Μεσοπολεμου.



Όταν δύο γέροι, στην Ελλάδα,  στέκονται στο δρομο χωρις να υπαρχει σταση λεωφορειου και κοιτάνε προς την ιδια κατευθηνση χωρις να μιλανε μεταξυ τους, είναι ολοφάνερο σημάδι, οτι προς τα εκει που κοιτανε, συμβαινει κατι περιεργο και θα μπλέξεις. Αυτό είναι ένα προσωπικό αυθαίρετο συμπέρασμα που έχει προκύψει με τα χρόνια και που για κάποιο μεταφυσικο λογο ισχυει τις περισσοτερες φορες που το έχω τσεκάρει.
Δεν εφτιαξα μπλογκ για να καταθεσω τα εσώψυχα μου, γιατι αντικειμενικα δεν ενδιαφερουν κανεναν αλλα πρεπει να πω οτι δεν είμαι καλά.
'Οταν μεσα σ'αυτον τον χαμο που συμβαινει καθε μερα στους δρομους της Αθηνας το δικο μου ματι μπορει να διακρινει δυο γερους που δεν μιλανε μεταξυ τους και κοιτανε στην ιδια κατευθηνση, ειναι σιγουρο πως δεν ειμαι καλά.
Ψαχνω να επιβεβαιωσω ενα σεναριο γυρω απο τη διαισθηση μου, απο αυτα που συναντας σε αμερικανικα μυθιστορήματα με  μεντιουμ- φακιρηδες -υπνωτιστές ή κατι δαιμονικες τυπισσες που τις βλεπει ο αλλος καθε βραδυ στον υπνο του και τελικα τις συνανταει στο λουνα-παρκ.
Στέκομαι στην υπογεια αποβάθρα της Βικτωριας και κοιτάζω τα φωτα που χάνονται  στο τουνελ. και κανονικα ξέρω πως αν κατέβεις τις γραμμες και τα ακολουθήσεις μέσα στο σκοταδι, αν δεν σε σκοτώσει το τραινο  ή  δεν πάθεις ηλεκτροπληξια στο μεταξύ,  απλως θα καταλήξεις στο σταθμό της Ομονοιας μπροστα σε ενα πλήθος που θα σε κοιτάει απορημένο.
Τρομάζω λοιπον οταν με πιανω να σκεφτομαι αντι για τα παραπάνω πως αν ακολουθησω τις γραμμες ισως να με βγάλουν στην κεντρική αίθουσα  μυστικου τεραστιου ναου με ασπρομαυρο κινηματογραφικο φωτισμο της δεκαετιας του 40 και  θα ακουσω απο μακρυα τις βαρυτονες και μακροσυρτες ψαλμωδιες των σατανικων οπαδων της Θεας Καλι που με πυρσους και λευκες κουκουλες θα πλησιαζουν τον βωμο. Και εγω με ενα φοβο που θα μου φέρνει αγρια χαρά οπως οταν ήσουν μικρος  και ακουγες ιστοριες  τρόμου, μολις που θα προλαβω να κρυφτω πισω απο τις τεραστιες κολωνες που δεν ανηκουν σε κανεναν επιβεβαιωμένο αρχιτεκτονικο ρυθμο. Και υστερα ...


Η γλυκια ταχυπαλμία της Παραλογοτεχνιας του Μεσοπολεμου δεν εχει τιποτα τρομακτικο στην πραγματικοτητα ή τιποτα που να μη θελεις να δεις. Φαντάσματα, σαταναδες, πνευματα, σου επιβεβαιωνουν με πανηγυρικο τροπο πως υπάρχει ζωη μετα το θανατο και ας ειναι και καταραμένη. Υπαρχει διακριση απολυτου καλου-κακου και αυτο ειναι βολικο. Υπαρχουν ψυχοπαθεις, διαταραγμενοι, ανωμαλοι αλλα δεν υπαρχουν ψυχολογικα προβληματα. Υπαρχουν καριολες, πουτανες, πουτανιτσες, αλλα οχι κρυφοκαριολες, κρυφοπουτανες, κρυφοπουτανιτσες.
Ο Ταρζαν, ο Αλαν Κουοτερμαν ή καποιος αλλος με το μουστακι του Νταγκλας Φερμπανγκς δεν χρειαζεται να κανει ποτέ μπανιο γιατι η βρωμια, η μουχλα και η λασπη ειναι ντεκορ και δεν θα βρεις ιχνος βακτηριδιων αμα θα τους κανεις βιοχημικη αναλυση.
Το αιμα βαφει εκει που πεφτει, οσο μπορει να βαψει η νερομπογια το αμαξι σου και εξατμιζεται.. Οι κατασκηνωσεις στη νυχτερινη Ζουγκλα  ειναι ειδυλλιακές, σχεδόν προσκοπικές. με ζωγραφισμένο φεγγάρι και σύννεφα.  Η Τζιν Τιρνευ με  παστελ προσωπο κοιμαται κατω απο την κουνουπιερα με μισανοιχτο βαμβακερο πουκαμισο και μποτες ιππασιας, ενω πηγαινοερχονται αχθοφοροι που λενε "μπουανα" και "σαχιμπ" και τραγουδανε πολυφωνικα τραγουδια με την διακριτικη συνοδεια αορατων οργανων δυτκης κλασσικης ορχηστρας και  ξερουν οτι θα πεθανουν πρωτοι απο τους σκοτεινους ανθρωπους- πανθηρες και τους δολοφονους της σεκτας των Θαγκς που παραμονευουν στις φυλωσιες. Στην ιδια κατασκηνωση  Βρετανοι  αξιωματικοι με κοκκινες βικτοριανές στολες που το πρωι πολεμουν ορδες κανιβαλων σε σχηματισμο "θιν ρεντ λαιν", απαγγελουν  μαζι με Αμερικανους  κυνηγους σαφάρι  τους στιχους του "Γκουγκα Ντιν" που εγραψε ο Κιπλινγκ για τον νεκρο Ινδο - αχθοφόρο, που αν και θεωρουσε, βρωμιαρη, υπανθρωπο και γα'ι'δουρι για μαστιγωμα , παραδεχεται πως ειναι καλυτερος ανθρωπος απο εκεινον γιατι ηταν υπακουος και καλοκαρδος ακομα και την ωρα που πεθαινε. Και δεν σου περνανε απο το μυαλο λεξεις οπως Αποικιοκρατία, Απαρτχάιντ ή Βελγοι δουλεμποροι ξερω γω, γιατι  φτανει μονάχα μια απο αυτες για να εμποδισει τον σκληροτραχηλο τοιχοδιωκτη Ντανυ Τραβοτ στον "Ανθρωπο που θα γινοταν Βασιλιας" να πατήσει στα οροπεδια του  μυθικού Καφιρισταν. 
Οταν σε πιανει η γλυκια ταχυπαλμια της Παραλογοτεχνιας δεν θελεις ας πουμε, αναφορες σε στρατοπεδα συγκεντρωσεις ή ντοκουμεντα για τις κραυγες που εβγαζαν οι τρομαγμενες τσιγκανες στους θαλαμους αεριων της Τρεμπλινκα γιατι θα σκεπασουν το ηρωικο εμβατηριο του βρεττανικου πεζικου που θα πει ο Τραβοτ μαζι με τον συνεταιρο του Πιτσι Καναχαν  την ωρα που οι αγριοι τον γκρεμιζουν απο τη γεφυρα. Η διαπιστωση για το ποσα εξωφρενικα πραγματα μπορει να κανει ενας ανθρωπος για να ζησει λιγα λεπτα παραπανω οταν τον σημαδευει το μάουζερ ενος αξιωματικου των Ες-Ες θα κλεψει σχεδόν τα πάντα απο τη σκηνή που ο Μαικλ Κειν ως Πιτσι Καναχαν θα πει στο τελος με βραχνη και κοφτη κοκνευ προφορα: " Πορ Πιτσι νεβερ λεφτ Ντανυ ..." και θα αφησει το κρανιο του συνεταιρου του με το βασιλικο στεμμα απάνω του,  στο γραφειο της εφημεριδας Νορθεν Σταρ πριν φυγει .
Οταν με πιανει η γλυκια ταχυπαλμια της Παραλογοτεχνιας του Μεσοπολεμου τρομαζω.
Όχι τόσο γιατί δεν με νοιαζει τιποτα αληθινο γυρω μου, αλλα πιο πολύ γιατι μοιαζει σαν να με επιασαν τελικα οι σατανικοι πιστοι της Θεας Κάλι την ωρα που κρυβομουν πισω απο τις κολωνες στα εγκατα του σταθμου της Βικτωριας αλλα αντι να με σκοτωσοιυν  με υπνωτισαν και μετα σαν ζομπι με αμολησαν στην Πατησιων να προσπαθω να διακρινω δολο  πισω απο τα βλεμματα, τα λογια, τις πραξεις γνωστων και αγνωστων  να πληγωνομαι, να πληγωνω, να λεω εμβατηρια σαν τον Ντανυ Τραβοτ για να πεσω ηρωικα απο τη γεφυρα, αλλα τελικα να ξεχναω τα μισα λογια και να το παζαρευω με τους αγριους του Καφιρισταν να μη κοψουν τα σκοινια. Στη μεση της διαπραγματευσης τελικα να βαριεμαι  την γλωσσα τους αφου ετσι κι'αλλιως δεν ανηκει σε καμια επιβεβαιωμενη γλωσσικη ομαδα, αφου την επινοησε σεναριογραφος και τελικα να λεω δε γαμιεται και να βουταω μονος μου στο κενο γαμοσταυριζοντας την ιδια ακριβως στιγμη γιατι δεν ειμαι σιγουρος πως ξερω καποιον Πιτσι Καναχαν οταν σκασω σαν καρπουζι να μαζεψει το κρανιο μου και μετα με βραχνη κοκνευ φωνη να πει την μικρή ιστορια μου στα γραφεια της Εφημεριδας: " Νορθεν Σταρ ". Ετσι οσο πεφτω ψαχνω μηπως και διακρινω πουθενα στο εδαφος δυο γερους ορθιους που κοιταζουν αμιλητοι προς την ιδια κατευθηνση  για να κοιταξουν προς  εμενα, να υπαρχουν μαρτυρες.


Και η γλυκια ταχυπαλμια της Παραλογοτεχνιας του Μεσοπολεμου  δεν ειναι το ιδιο με το να ζεις σε παραμυθι. 
Ποτε δεν ηταν και δεν θα ειναι ποτε 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου