Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Παρισινά ξινά σταφύλια ...

              

-Πάμε ρε μαλάκα στο Παρίσι
- Χεσε με ρε
Παρασκευή το Ντεν Χέλντερ κώλος από το χαλάζι πρωι-πρωι. Το κρυο εσκαγε κατευθειαν από τον Βορειο Πολο στα μουτρα μου καθημερινα τέτοια ώρα, γαμω τους Δανοσάξονες  και τον Ρεμπραντ και τους ανεμομυλους και τη μικρη Ολλανδέζα.  Εδώ και δυο μηνες κάθε μερα η ιδια μαρτυρικη διαδρομη μεχρι την προβλήτα 11 και το πλοιο που περιμενε σχεδον κολλημένο μεσα στον γκρι-πρασινο  ζελε της Βορειας  Θαλασσας
- Παμε ρε μαλακα σου λεω στο Παρίσι. Παμε για μια μερα.
- Στον υπνο σου το ειδες? Τι σου ηρθε 8 η ώρα το πρωι και μου ζαλιζεις τα παπαρια ?
Μεχρι τις 8:59 δεν ετυχε να ξαναμιλησουμε. Πλακωθηκαμε στις γενικες εργασιες και  επισκευες πανω στο καταστρωμα
9 ακριβως ακουω ένα ψιτ , σηκωνω το κεφαλι   και βλεπω το κεφαλι του Κ. να κρεμεται από το  πανω καταστρωμα
-Παμε ρε μαλακα στο Παρισι σου λεω. Τιποτα δεν είναι, το εψαξα. Θα παρουμε το εξπρες  σημερα το βραδυ, αυριο πρωι ειμαστε  Παρισι, γυρναμε ολη μερα, Κυριακη μεσημερι θα ειμαστε πισω.

Εκεινη ακριβως την ώρα ημουν 19 χρονων , 5 μηνων και κατι ημερων και δεν ειχα σκεφτει ποτε να παω στο Παρισι και φταιγαν οι  Γαλλοι γι’αυτό. Οι καταθλιπτικές  ταινιες  τους που εδειχνε η Κινηματογραφικη Λεσχη κάθε Παρασκευη. Η Εντιθ Πιαφ που όταν ημουν τριων χρονων  με τρομαζε η φωνη της όταν ακουγοταν στο πικαπ. Μια μερα για να μη φοβαμαι μου εδειξε η μανα μου την ασπρομαυρη φωτογραφια της στο εξωφυλλο του δισκου και τα πραγματα εγιναν χειροτερα. Τα κιτς σουβενιρ από το 70 στο σαλονι της θειας Πολυμνιας επαιξαν το ρολο τους, όπως και το ότι στην ταινια Βατερλω ημουν με τους Αγγλους, Και το χειροτερο ,οσες φορες  νοικιασα κρυφα γαλλικη τσοντα ειχα μετανιωσει που δεν νοικιασα αμερικανικη.
-Ρε φιλε δεν θα ερθω
Ξανασυναντηθήκαμε στο  καπνιστήριο στις 10 στο «κοφι-μπρεικ»
-Θα παμε στο Παρισι? Θα έρθει  και ο Τ. Ελα ρε μαλακα που σου λεω . Ποτε θα ξαναπαμε?
Εκει είναι που πρεπει ξαφνικά να θυμηθηκα και κατι καλο που γνωριζα μεχρι τοτε για τους Γαλλους.
Ηταν η Μανταμ Β.  Η γαλλίδα δασκάλα όταν με εστειλαν στην πρωτη Γυμνασιου στην Γαλλικη Ακαδημια στην Πλατεια Αμερικης.  Ηταν γυρω στα 30 και τρεις φορες την εβδομαδα, 8 το πρωι εμπαινε στην ταξη με ψιλοαχτενιστα καταμαυρα μακρυα μαλια,    χλωμο προσωπο, σκιστα ματια με τραβηγμενο μολυβι στις ακρες, σκουρα χειλια, μια ζακετα ένα κασκολ , ένα μακο κοντο γκρι φορεμα και δυο φοβερα μπουτια σετ με γαμπες που σταυρωνε  καθισμενη διπλα στο παραθυρο την ώρα που ελεγε σοβαρη σε σπαστα ελληνικα: « Ο κλερ ντε λαλιν, μον αμι Πιερο ...  παρακαλώ, συνεχιστε μεσιε …»
Ακριβως μετα θυμηθηκα που δεν διαβαζα Γαλλικα και το πρωινο ξυπνημα και το ατελειωτο περπατημα μεχρι την Πλατεια Αμερικης κάθε πρωι. Κουραση το Παρισι.
-Που να τρεχουμε ρε τωρα
- Κοιτα έναν καριολη …
Ξανασυναντηθηκαμε γυρω στις 12 τυχαια στο καταστρωμα. Ο Κ. δεν το εβαζε κατω.
-Μηπως το σκεφτηκες?
Γελασα
-Ναι
- Τι θα ερθεις να παμε?
Αστραψε το ματι του
-Όχι «ναι θα ερθω», εννοουσα  «ναι το σκεφτηκα»
- Και?
- Όχι
- Ε αντε γαμησου …
Γελασαμε και οι δυο.
-Ελα ρε μαλακα, μια μερα είναι, ένα Σαββατο. Οι τρεις μας εγω εσυ και ο Τ.
-Γιατι δεν το λες σε κανενα αλλο ?
-Ποιον? Όχι ρε, αμα είναι ετσι μενω και εδώ. Αφου είναι γιδια ρε μαλακα, υποθεση Φωφίκο  …   Τελοσπαντων αμα δεν ερθεις δεν παω ουτε εγω, θα μεινω να τον παιξω, για άλλο ένα Σαββατοκυριακο στο Ντεν Χελντερ.
Άλλο ένα Σαββατοκυριακο στο ΝτενΧελντερ.  
Κοιταξα τη Βορεια θαλασσα στο βαθος. Μπιζελοσουπα.  Τα τουβλοσπιτα πεθαμενα σαν σκηνικο σε βιντεοκλιπ των Φεαργκραουντ Ατράξιον. Σαββατο απογευμα πατατες με μαγιονεζα αγγλικο μπιλιαρδο στο γαμο του Καραγκιοζη  και κουλοχερηδες μιση γκιλντα πονταρισμα. Σαββατο ξημερωματα θα μας φερουν παλι στον Ναυσταθμο κανα μπουρτζοβλαχο  με σπασμενα πλευρα που νομιζε ότι «η κοπελιτσα τον αγαπησε»  αλλα η κοπελιτσα ειχε Τζαμαικανους νταβατζηδες .  Κυριακη απογευμα μελαγχωλικος καφές στον Φαρο διπλα στο φραγμα
Τα Σαββατοκυριακα στο Ντεν Χελντερ δεν θα πανε πουθενα, εδώ θα είναι.
-Ενταξει θα ερθω
-Που ? Φυγαμε δηλαδη ?
- Ναι ερχομαι, αλλα ετσι και είναι μαλακια θα σου βαλω τον πυργο του Αιφελ στον κωλο
- Ενταξει βαλτον  και θα σου παρω και πιπα

Αλλαξαμε τις γκιλντες σε φραγκα από το Ντενχελντερ γιατι οι Γαλλοι  κοιτανε πρωτα απ’όλα πώς να σε κλεψουν μας ειπαν, ενώ οι Ολλανδοι κυριως πώς να μη τους κλεψεις.
Στον Κεντρικο του Αμστερνταμ αλλαξαμε τραινο. Δεν ειχαμε αποσκευες. Το τραινο ξεκινησε μας πηρε ο υπνος αμεσως .
Τα ματια μου ανοιξαν για λιγο κατά τις 2. Από το τζάμι ειδα να περνανε κατι  μαυρα καπελα σαν αυτά που φοραει ο Ντε Φινες όταν κανει τον αστυνομο και στο βαθος φωτιζε ένα κτηριο με γκριζαρισμενα μπλε και κιτρινα χρωματα σε στυλ Τεν-Τεν. Φτάσαμε?
Όχι ειχαμε σταματησει Βρυξελες . Κοιταχτηκαμε με τον Κ. και τον Τ. χωρις να μιλησουμε. Πτωματα και οι τρεις. Τα ματια μου ξαναεκλεισαν.
6 τα ξημερωματα με σκουντηξε ο Κ. Σηκω φτασαμε. Τσέκαρα το πορτοφολι μου ηταν ακόμα στην κωλοτσεπη. Σηκωθηκα  και το εβαλα στη μεσα τσέπη της καπαρτινας.
Βγήκαμε στο χαος του Γκαρ Ντι Νορντ ακόμα νυσταγμενοι χωρις να ξερουμε που παμε.
Σταματησαμε σε κατι πληροφοριες, πηγα να μιλησω Αγγλικα και ξαφνικά μου βγηκαν κατι δειλα γαλλικα, χωμενα για καιρο στα αζητητα μιας αδοξης και συντομης μαθητικης καριερας στο Νεοκλασσικο της Γαλλικης Ακαδημιας μαζι με κατι αλλα χαβαλετζιδικα από το σχολειο. «Αβουαρ», «ετρ», «κομπιαν σα κουτ», «Πανατζία Ντε Παρι»  που ειχα γραψει σε ένα διαγωνισμα γιατι δεν θυμομουν το «Νοτρ Νταμ». Πηραμε ένα χάρτη του Μετρο.
-Πάλι θα μπλεξουμε με τραινα ειπε ο Τ. Δεν το χεζουμε να βρουμε μια έξοδο να δουμε φως?
Ειχε δικιο. Ετσι κι’αλλιως και μετρό να παιρναμε παλι δεν ειχαμε ιδεα που παμε.
Ακολουθήσαμε το πληθος στην τυχη  και αρχισαμε να ανεβαινουμε σκαλες.
Η πρωτη εικονα που ειδα από το Παρίσι ηταν  κατι αγάλματα απέναντι από τον σταθμο που μολις αρχιζαν να φαινονται με το πρωτο φως και ενας παππους με παπιγιον να σκουπιζει εξω από ένα Μπιστρο με βυσσινι τέντες.
Πως νιωθεις  οταν το ξοανο  της ταξης που δεν υπολογιζες σου βγαίνει Μαρία Γουιτάκερ σε  ένθετο του Πλέι Μπόι από το πουθενά?
Ηταν ερωτας με την πρωτη βρισιά.
«Μαλάκα το Παρίσι … »
Η συνεχεια της ιστοριας δεν διαφέρει πανω κάτω  από τις ιστορίες των περισσοτερων που βρέθηκαν για πρωτη φορα στο Παρίσι .
Είναι μαλιστα αρκετα συνηθισμενη χωρίς τιποτα το συνταρακτικο.
 Όλη  μέρα περπατάγαμε χωρίς να ξέρουμε που πηγαίνουμε, όταν κάθε τόσο έβρεχε μπαιναμε στο πρώτο καφε που βρισκαμε μπροστα μας και πιναμε εσπρεσο του ενός φράγκου. Από τις 6 το πρωι μεχρι τις 2 το μεσημερι ειχαμε πιει πανω από εφτα καφέδες  και  πηγαιναμε  σαν τα κομπρεσερ. Περασαμε γεφυρες, λεωφορους και παρκα και  παθαμε αυτό που παθαινουν σχεδον ολοι όταν βρίσκονται σε εκεινα τα σπιτια  που ο δρομος  μοιαζει σαν τα καθετα δρομακια στο Πεδιο του Αρεως στην Αθηνα, από την πλευρα του Παρκ που βγαζουν Πατησιων. Κοιτας τα ωραια κτηρια και χωρις να το καταλαβεις εμφανιζεται  από πισω σου, σχεδον από πανω σου ο Πυργος του Αιφελ σαν τον Γκοτζιλα. Δεν ανεβηκαμε γιατι βαρεθήκαμε την ουρά. Ειπαμε τοσες φορες τη λεξη μαλάκας που μας ακουσε ενας ελληνας  που ζουσε στη Μπορντω και ειχε 10 χρονια να μιλησει ελληνικα  και  πλακωθηκαμε στα μπραντυ στο ορθιο σε ένα μπαρ-προποτζιδικο-καπνοπωλειο απεναντι. Το Λουβρο δεν ειχε ουρα αλλα αποφυγαμε την αιθουσα με τη Μονα Λιζα γιατι γινοταν της πουτανας και βρηκαμε μια ησυχη αιθουσα  με πινακες της  Ρομαντικης  Περιοδου και αναπαυτικους Λουι κενζ καναπεδες και την πεσαμε κανα δίωρο για να ξεκουραστούμρ, ενώ  καναμε ότι κοιταγαμε τις τοιχογραφιες στο ταβανι. Τους τραβηξα όμως μετα πιο εκει γιατι ηθελα να δω τη «Σφαγη της Χιου» του Ντελακρουα  από κοντα. Αρχισαμε παλι τα «μαλάκα» γιατι δεν τους  αρεσε, σκοτεινιαζε, φυγαμε και στο δρόμο σταματάγαμε περαστικους Παριζιανους και  τους δουλευαμε φωναζοντας  με γαλλικο τροπο:
« Που-ειν-αί  λα Πανατζια ντε Παρι? Που-ειν-αί  λα Πανατζια ντε Παρι?» και  δειχναμε με αγωνια  στο χαρτη την Νοτρ Νταμ . Εκεινοι ακουγαν κατι που εμοιαζε με γαλλικα αλλα δεν μπορουσαν να καταλαβουν τι ακριβως και κολλαγαν  και ετσι παιρναμε εκδικηση  από τους Γαλλους γιατι ειχαμε ακουσει ότι μονο γαλλικα θελουν να τους μιλανε. Σταματησαμε σε μια τυχαια στενομακρη κρεπερη  χωρις τραπεζια που την ειχε μια Γαλλιδα Περσικης καταγωγης  και μου θυμισε την Μανταμ Β., μπορει για το σοβαρο υφος που ειχε οταν εφτιαχνε τις κρεπες πισω από τον παγκο. Κατεβηκαμε στο σταθμο Σεντ Μισελ να παρουμε το Μετρο για να επιστρεψουμε στο Γκαρ ντι Νορντ. Το τραινο για Αμστερνταμ εφευγε στις 20:15. Πριν όμως μπηκαμε και οι τρεις σε ένα φωτογραφικο θαλαμο βγηκαν τεσσερις φωτο  για διαβατηρια κρατησε ο καθενας από μια και την τεταρτη την πεταξαμε στις γραμμες να μεινουν οι φατσες μας στο Παρισι γιατι ποιος ξερει αν θα ξαναπηγαιναμε ποτε.
Αυτό το συνηθισμένο Σάββατο στο Παρίσι χωρις τιποτα το ιδιαιτερα πρωτοτυπο  ξέρω πια με σιγουρια πως ηταν η τελευταία ανέμελη μέρα της ζωης μου. Ισως γιατι από την επόμενη  ήξερα πλέον  τι είναι αυτό που δεν θέλω να κάνω στη ζωή μου. Θυμαμαι να το σχηματιζω λεξη-λεξη , την ώρα που νυχτωνε και περπατουσαμε στη μεγαλη λεωφορο της Οπερας.
Οι λέξεις που δεν μοιραζεσαι με κανέναν είναι και οι μονες που δεν μπορεις  να αλλαξεις
Ερχεται μια ξενυχτισμενη μανταμ Β.  από το πουθενα συλλαβιζει τις πρωτες και μετα σου λεει  «  ...  παρακαλώ, συνεχιστε μεσιε …»
Και εσυ συνεχιζεις να τις επαναλαμβανεις  από Παρασκευη σαν προσευχη για να περασει από διπλα και να μη σε ακουμπησει  ενα ακομα Σαββατοκυριακο στο ΝτενΧελντερ.
  Η Βορεια θαλασσα στο βαθος. Μπιζελοσουπα.  Τα τουβλοσπιτα πεθαμενα σαν σκηνικο σε βιντεοκλιπ των Φεαργκραουντ Ατράξιον. Σαββατο απογευμα πατατες με μαγιονεζα αγγλικο μπιλιαρδο στο γαμο του Καραγκιοζη  και κουλοχερηδες μιση γκιλντα πονταρισμα. Σαββατο ξημερωματα θα μας φερουν παλι στον Ναυσταθμο κανα μπουρτζοβλαχο  με σπασμενα πλευρα που νομιζε ότι «η κοπελιτσα τον αγαπησε»  αλλα η κοπελιτσα ειχε Τζαμαικανους νταβατζηδες .  Κυριακη απογευμα μελαγχωλικος καφές στον Φαρο διπλα στο φραγμα
Τα Σαββατοκυριακα στο Ντεν Χελντερ δεν πανε ποτε πουθενα, εδώ θα είναι.
-Πάμε ρε μαλάκα στο Παρίσι




  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου