Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Books and Women





Ενα κείμενο που έστειλε στο ΕΝΟΧΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ο φιλος μου Δημήτρης Ν. Μανιάτης






Είναι η αμήχανη στιγμή που σηκώνεσαι από τον καναπέ της οικίας της γυναίκας που είσαι φουλ ερωτευμένος και με πλαστικές κινήσεις προσεγγίζεις την βιβλιοθήκη της. Με πλάτη σε εκείνη δεν κερδίζεις χρόνο, αλλά επιχειρείς να μυηθείς για λίγο μέσα από τις ράχες των βιβλίων της και με ένα γρήγορο ξεφύλλισμα, στην δική της αισθηματική αγωγή. Σχεδόν πάντα οι γυναίκες-ειδικά εκείνες που καλλιτεχνίζουν ελαφρώς ή ουσιαστικώς-έχουν τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξιπερί. Πολλές δε απ’ αυτές έχουν βιβλία λογοτεχνών όπως Αρτώ, Μποντλέρ ή Λωτρεαμόν, συνήθως ως απάντηση στον προηγούμενο γκόμενο που σχεδόν πάντα υπήρξε ημιδιαννοούμενος-από αυτούς που για να ολοκληρώσουν μια πρόταση χρειάζονται δέκα στριφτά Old Holborn και τριάντα συσπάσεις προσώπου.
Άλλες πάλι, έχουν πρακτικά εγχειρίδια ψυχολογίας, Κοέλιο, Γιάλομ και τέτοια ενώ σχεδόν πάντα και ένα μαρξιστικό βιβλίο καραδοκεί, προίκα κάποιου μπαμπά που πέρασε από την ΚΝΕ ή τον Ρήγα Φεραίο την δεκαετία του 80 – αν και οι διαλεκτικές μέθοδοι τελικά του φάνηκαν χρήσιμες μόνο στην διαχείριση ανθρωπίνου δυναμικού της πρώην εταιρείας του.
Είναι πάλι γυναίκες που φτιάχνουν την βιβλιοθήκη τους από μια συμπαγή εσωτερική υπαγόρευση και σε αυτές μπορείς να βρεις τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που μπορεί να συμπίπτουν και με τα δικά σου. Αν για παράδειγμα βλέπεις πολύ Ντοστογιέφσκι –και μάλιστα με σημειωμένες σελίδες με στάμπιλο μαρκαδόρο-η εν λόγω γυναίκα έχει ρωγμές, έχει ερωτήματα και μάλλον έχει μπει στο σωστό τούνελ. Κάπου τότε επιστρέφεις εις τον καναπέ, κάθεσαι σταυροπόδι, ανάβεις τσιγάρο (όχι στριφτό) και επιστρατεύοντας όλα τα τσιτάτα του Φιοντόρ που θυμάσαι, προχωράς στην επόμενη κίνηση. 
Εγώ, τώρα, μπήκα σε σπίτια γυναικών που έμεναν με τους γονείς τους και άρα οι μικτές βιβλιοθήκες (που περιελάμβαναν από Μουρσελά μέχρι Σουρούνη και από Γιάννη Μαρή μέχρι Μπρυκνέρ) δεν ήταν ενδεικτικές της αισθηματικής αγωγής της γυναίκας που γούσταρα. Το μυστήριο για το ποιο βιβλίο ανήκε αποκλειστικά σε αυτήν, ενέτεινε το μυστήριο της γυναίκας και γούσταρα πιο πολύ. Συνήθως όμως έτρωγα τα μούτρα μου. Μπήκα επίσης σε σπίτια γυναικών που δεν είχαν ούτε ένα βιβλίο. Μόνο ένα μονίμως αναμμένο λάπτοπ – παλιότερα ένα ράδιο- στο γραφείο τους και μερικούς καταλόγους του ΙΚΕΑ. Εδώ, δεν επιστράτευα τίποτε από τα διαβάσματά μου και η προαναφερόμενη κίνηση από τον καναπέ στην βιβλιοθήκη ήταν ουτοπική. Κι αυτές τις γούσταρα αλλά λοξοκοίταζα τις άλλες. Αυτές που σε κάποιο δυαράκι του Κέντρου, είχαν φτιάξει την δική τους βιβλιοθήκη με αίμα, με θυσίες από το χαρτζιλίκι τους, με χρόνο και με βάσανο. Σχεδόν πάντα σε αυτές τις μικρές βιβλιοθήκες, έβλεπα Ντοστογιέφσκι, Ρεμπώ, Τσέχωφ, Γιώργο Ιωάννου, μια κάποια βιογραφία του Μόρισεϊ, Ευριπίδη και όχι μόνον. Και τώρα καταλάβαινα μέσα μου –ή δικαιολογούσα απόλυτα-και την ύπαρξη ενός Μικρού Πρίγκιπα. Αυτές τις γυναίκες λάτρεψα διότι ήξερα πως πολλά από τα βιβλία αυτά, είχαν αγορασθεί από πάγκους και αυτό με γοήτευε περισσότερο. Ήξερα ακόμη πως πολλά απ’ αυτά τα βιβλία αγοράσθηκαν εις βάρος ακόμη και του φαγητού τους (είπαμε, μιλώ για αυτοδημιούργητες και χειραφετημένες γυναίκες). Και ήξερα επίσης, πως μια γυναίκα που διαβάζει Ρίλκε- χωρίς πάντως να το πολυκάνει και θέμα-ήταν παραπάνω από μια ακόμη γυναίκα με καναπέ και βιβλιοθήκη.
Δημήτρης Ν. Μανιάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου